Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εκόρακεν [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εκόρακεν Προφορά: εκόρακεν
  1. αγανάχτησε έγινε μαύρος από το θυμό του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τη λέξη κόραξ

Παρατηρήσεις - Σχόλια