Ερμηνεία: κάτι που δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του
Προέλευση: αγνώστου ετύμου
Παράδειγμα: Το τραπέζ' ντ' εποίκεν άμον ζαγκλαμέρα.
Ενικός: η ζαγκλαμέρα Πληθυντικός: τα ζαγκλαμέρας