Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζαγκλαμέρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζαγκλαμέρα Προφορά: ζαγκλαμέρα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάτι που δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του

    Προέλευση:
    αγνώστου ετύμου

    Παράδειγμα:
    Το τραπέζ' ντ' εποίκεν άμον ζαγκλαμέρα.

  2. ανισόρροπος Φράση: «άμον ζαγκλαμέρα πάει» (πάει σαν σπασμένο καράβι) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια