Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ειρήνεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ειρήνεμαν Προφορά: ειρήνεμαν
  1. ειρήνη, συμφιλίωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια