Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έγκλημαν (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: έγκλημαν
  1. ελάττωμα, αμαρτία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    ηθικό παράπτωμα, ελάττωμα σωματικό

Παρατηρήσεις - Σχόλια