Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δεντροφύλλωμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δεντροφύλλωμα Προφορά: δεντροφύλλωμα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εποχή που τα δέντρα φυλλώνουν

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Όντας εγεννέθες έτον και δεντροφύλλωμαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια