Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αγαλένιγος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αγαλένιγος
Προφορά: αγαλένιγος
ανήσυχος, ακαθησύχαστος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το α στερητικό + γαλενίζω (γαλήνη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
αγαλένιστος (ο)
αγελένιγος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια