Ερμηνεία: αυτός που επιπλέει, που δε βυθίζεται
Προέλευση: α στερητικό + βολίζω < βαλίς
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.