Ερμηνεία: η ρίζα του δέντρου
Παράδειγμα: Ετσ̌ακιλεύτεν καθένας σ’ έναν δεντροκώλ’ να τρώει και ν’ αναπάεται.
Ενικός: δεντροκώλιν / δεντροκώλ' Πληθυντικός: δεντροκώλια / δεντροκώλα̤