Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δεντροκώλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δεντροκώλ' Προφορά: δεντροκώλ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    η ρίζα του δέντρου

    Παράδειγμα:
    Ετσ̌ακιλεύτεν καθένας σ’ έναν δεντροκώλ’ να τρώει και ν’ αναπάεται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια