Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διπόταμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: διπόταμος Προφορά: διπόταμος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    1.μεγάλο ποτάμι
    2.μέρος συμβολής δύο ποταμών

Παρατηρήσεις - Σχόλια