παλληκάρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παλληκάρ'
Προφορά: παλληκάρ
-
εξάρτημα της ποντιακής λύρας
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
παλληκάρι, νέος, έφηβος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης