Ερμηνείες:
1) σχοινί με το οποίο δένουν τα ζώα στο παχνί, το σκοινί των ζώων
2) θέμα ή εξαρτώμενον (Ιδίωμα: Αργυρούπολης)
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό δέμα = δεσμός
Παραδείγματα:
1) Το ζων έκοψεν το δέμαν εθε κι εντώκεν το μουσκάρ’.
2) Εκλειδώθεν σ’ έναν ασκηταρείον ση Χαρίαννας το δέμαν. (θέμα)