Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δέμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δέμαν Προφορά: δέμαν
  1. δεσμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) σχοινί με το οποίο δένουν τα ζώα στο παχνί, το σκοινί των ζώων
    2) θέμα ή εξαρτώμενον (Ιδίωμα: Αργυρούπολης)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δέμα = δεσμός

    Παραδείγματα:
    1) Το ζων έκοψεν το δέμαν εθε κι εντώκεν το μουσκάρ’.
    2) Εκλειδώθεν σ’ έναν ασκηταρείον ση Χαρίαννας το δέμαν. (θέμα)

  2. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια