Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καλόπαρτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: καλόπαρτος Προφορά: καλόπαρτος
  1. 1) ο εύκολος στην εκτέλεση 2) αυτός που εύκολα συγκατατίθεται σε γάμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια