Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσουπαδίτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσουπαδίτσα Προφορά: τσουπαδίτσα
  1. χόρτο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παραδείγματα - Επιπλεόν ερμηνείες
    1)τσουπαδίτ'κον (επίθετο): καλαμποκίσιο
    2)τσουπαδοπούλλ : πράσινα καλαμποκόφυτα που κόβονται για τροφή των ζώων.
    3)τσουπαδοστέλ: ο κορμός του καλαμποκιού.
    4)τσουπάδ : το καλαμπόκι και ο καρπός του.

Παρατηρήσεις - Σχόλια