Επιπλέον Ερμηνεία: εμποδίζω
Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα κατακωλύω = εμποδίζω, προκαλώ εμπόδια
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Εντώισκαν ατο τ' άλλα και εκατακώλυναν ατο, φύ' απαδά κουντά.