Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
διερμηνεία (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: διερμηνεία
Προφορά: διερμηνεία (η)
οδηγία, καθοδήγηση, συμβουλή, απόδειξη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
διαρμενεία (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια