Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: διάρ Προφορά: διάρ
  1. φορά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    συνήθως η δόση φαγητού που δίνεται μία φορά σε κάποιον

    Προέλευση:
    Λατινική: diarium
    συνήθως στο πληθυντικό: diaria- orum = ημερήσια τροφή, σιτηρέσιο

  2. δελτίο, μερίδα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια