Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ελκιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ελκιάζω Προφορά: ελκιάζω
  1. γεμίζω από έλκη, πληγές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια