Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελαφρύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ελαφρύνω Προφορά: ελαφρύνω
  1. ανακουφίζομαι 1) κάνω κάτι ελαφρό αφαιρώντας μέρος του βάρους 2) γίνομαι ελαφρός 3) ανακουφίζω κάποιον ηθικά ή υλικά 4) γίνομαι ηπιότερος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια