Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διφυλλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: διφυλλίζω Προφορά: διφυλλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    βγάζω φύλλα δύο φορές

Παρατηρήσεις - Σχόλια