Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καλάντισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καλάντισμαν Προφορά: καλάντισμαν
  1. προσφορά δώρων σε παιδιά την πρωτοχρονιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια