Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζαβαλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ζαβαλής Προφορά: ζαβαλής
  1. καημένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Λαλεί το ζαβαλήν τον παχτσ̌αβάνον εξού.
    2) Ο ζαβαλής εγνέφ'σεν μεσανυχτί' κι εθάρρεσεν μέρωμα έν'.

  2. δυστυχής, κακόμοιρος, άκακος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια