Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γκιαούρ (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γκιαούρ' Προφορά: γκιαούρ
  1. άπιστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική giaur - περσική gahr: πυρολάτρης

    Παρατήρηση:
    Χαρακτηρισμός των Μωαμεθανών για τους Χριστιανούς.

    γκιαούρ (-ης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια