Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαμαριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. σ̌αμαριάζω , 2. σ̌αμαρά̤ζω Προφορά: 1. σαμαριάζω , 2. σαμαρεάζω
  1. σκαμπιλίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ραπίζω, σκαμπιλίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια