σάβανον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σάβανον
Προφορά: σάβανον
-
άσπρο σεντόνι, με το οποίο τύλιγαν τον νεκρό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
λευκό ύφασμα, με το οποίο τύλιγαν τον νεκρό για να τον θάψουν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης