Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δείλιασμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. δείλιασμαν , 2. δείλα̤σμαν Προφορά: δείλιασμαν
  1. φόβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αν κλαίγ’νε ασό δείλιασμαν, ατότε ’κί θα κλαίω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια