Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γκεσέμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γκεσέμ' Προφορά: γκεσέμ
  1. κριάρι που προηγείται στο κοπάδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκ. kosem

Παρατηρήσεις - Σχόλια