Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γκαράζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γκαράζ' Προφορά: γκαράζ
  1. υπόστεγο, γκαράζ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκ. garaj

Παρατηρήσεις - Σχόλια