Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιατροσύνη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιατροσύνη Προφορά: γιατροσύνη
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    το επάγγελμα του γιατρού

Παρατηρήσεις - Σχόλια