Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καινουρλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. καινουρλαεύω , 2. καινουρλα̤εύω Προφορά: 1. καινουρλαεύω , 2. καινουρλεαεύω
  1. κάνω κάτι καινούργιο ή σαν καινούργιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ανακαινίζω, μπολιάζω συμπληρώνω τα φυτά που δεν έπιασαν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια