Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γριντζαλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γριντζαλίζω , 2. γριντζ̌αλίζω Προφορά: γριντζαλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    τρίζω τα δόντια

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Γριντζαλίζ’ τα δόντια και λιγούται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια