Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καϊμακάμπς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καϊμακάμπς Προφορά: καϊμακάμπς
  1. έπαρχος στα χρόνια της τουρκοκρατίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kaymakam

Παρατηρήσεις - Σχόλια