Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσουνοκούταβον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσουνοκούταβον Προφορά: τσουνοκούταβον
  1. 1) το μικρό της σκύλας 2) υβριστικά για το παιδί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια