Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κάθισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κάθισμαν Προφορά: κάθισμαν
  1. κάθισμα, καρέκλα 1) το να κάθεται κάποιος αργός 2) ο τρόπος με τον οποίο κάθεται κάποιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια