Ερμηνεία: τρίζω τα δόντια
Ιδίωμα: Άδισσας
Ενεστώτας: γουρτσ̌ανίζω Παρατατικός: εγουρτσ̌άνιζα Μέλλοντας: θα γουρτσ̌ανίζω Αόριστος: εγουρτσ̌άνισα / εγουρτσ̌αν'σα / εγουρτσ̌αντσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.