Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα δείκνυμι
Ιδίωμα: Τσίτης
Παράδειγμα: Οπίσ’ μερέαν εδείκνυζαν και τα χͮερομύλα̤ ντ’ επέρεν η νεγάμ’σα.
Επιπλέον ερμηνεία: παρουσιάζω κάτι ευπρόσωπο
Ενεστώτας: δεικνύζω Παρατατικός: εδείκνυζα Μέλλοντας: θα δεικνύζω Αόριστος: έδεικνυσα / έδεικ'σα / έδειξα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.