Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συβάλλω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συβάλλω Προφορά: συβάλλω
  1. βάζω τους άλλους να μαλώνουν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Πάντα ταβίζομε, εθαρρείς κάποιος συβάλλ’ μας.

  2. 1) βάζω δύο πράγματα μαζί 2) συγκρίνω δύο πράγματα 3) διαβάλλω έναν προς τον άλλον για να τσακωθούν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα συμβάλλω= συνενώνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια