Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στυπώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στυπώνω Προφορά: στυπώνω
  1. ξυνίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εστύπωσεν το γάλαν.
    2) Στυπώνω ση γούλαν ατ’. (Ιδίωμα: Σάντας, γίνομαι βάρος σε κάποιον)
    3) Εστύπωσεν το κατσίν ατ’. (Ιδίωμα: Σταυρί, σκυθρωπιάζω)

  2. ξινίζω, κόβω, κατσουφιάζω κάνω κάτι ξινό, γίνομαι κατηφής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια