Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στύπα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στύπα Προφορά: στύπα
  1. τουρσιά πιπερένια, αγγουρένια, ντοματένια, λαχανένια, σευτελένια, πιρπιριμένια (ανδράκλα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Τα στεγνά τα μαυρομμάτα̤ με τα στύπα ιεύ’νε.
    2) Στύπα λάχανα. (ξινά λάχανα, Ιδίωμα: Σαντάς)

  2. τουρσιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια