1) δεν μιλώ (λέγεται για τις νεόνυμφες που δεν μιλούσαν στα πεθερικά ως ότου τις έδιναν την άδεια)
2) κλείνω σφιχτά τα χείλη μου από δυσαρέσκειαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Η νύφε εστύμνωνεν και ’κ’ επόρεσεν ’δέν να λέγει ατον.
2) Στυμνών’ τα χͮείλα̤ τ’ς. (Ιδίωμα: Άδισσας)
κατσουφιάζω1) μαζεύω τα χείλη με χάρη
2) δεν μιλάω στα πεθερικά για κάποιο χρονικό διάστημα (για τη νεόνυμφο)
3) αντιμάχομαι κάποιον και σταματάω να του μιλάωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη στυμνός= πυκνός, σφιχτός
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.