Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στυμνώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στυμνώνω Προφορά: στυμνώνω
  1. 1) δεν μιλώ (λέγεται για τις νεόνυμφες που δεν μιλούσαν στα πεθερικά ως ότου τις έδιναν την άδεια) 2) κλείνω σφιχτά τα χείλη μου από δυσαρέσκεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Η νύφε εστύμνωνεν και ’κ’ επόρεσεν ’δέν να λέγει ατον.
    2) Στυμνών’ τα χͮείλα̤ τ’ς. (Ιδίωμα: Άδισσας)

  2. κατσουφιάζω 1) μαζεύω τα χείλη με χάρη 2) δεν μιλάω στα πεθερικά για κάποιο χρονικό διάστημα (για τη νεόνυμφο) 3) αντιμάχομαι κάποιον και σταματάω να του μιλάω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη στυμνός= πυκνός, σφιχτός

Παρατηρήσεις - Σχόλια