Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Με τα λιθάρια εγρίλευαν το δέντρον. (ρημάζω)
2) Γριλεύκουμαι ά’ς σό γέλος. (σκάω στα γέλια)
3) Γριλεύω τ’ ορμίν. (κόβω αλύπητα)
4) Τ’ αδέλφα̤ μ’ στράφτ’νε και βροντούν κι εγώ γριλεύω δράκους.
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη kilirmak