Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Ρωμανία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Ρωμανία Προφορά: Ρωμανία
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    ερμηνεία:
    η από τους χριστιανούς κατεχόμενη χώρα

    Παράδειγμα:
    Υιέ μ', αν ζεις και μεγαλύντς ση Ρωμανίαν φύγον.

  2. η χώρα που κατέχεται από Χριστιανούς σε αντίθεση με τη χώρα που κατέχεται από Μουσουλμάνους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    από το Λατινικό εθνικό όνομα Romanus-a-um=Ρωμαίος, Ρωμάϊκος, Romani, -orum=οι Ρωμαίοι

  3. ρωμιοσύνη αυτοκρατορικός ελληνισμός Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια