ερμηνεία: χριστιανός που έγινε μουσουλμάνος
Αρσενικό: Ενικός: ρωμαιογυριστός Πληθυντικός: ρωμαιογυριστοί
Θηλυκό: Ενικός: ρωμαιογυριστός Πληθυντικός: ρωμαιογυριστοί
Ουδέτερο: Ενικός: ρωμαιογυριστόν Πληθυντικός: ρωμαιογυριστά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.