Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρινίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρινίν Προφορά: ρινίν
  1. η λίμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ρίνη, λίμα το εργαλείο του ξυλουργού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    αρχ. ρίνη - ρινίον

  3. λίμα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια