γριζομάκελλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: γριζομάκελλον
Προφορά: γριζομάκελλον
-
αξίνα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κασμάς
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
σκαπάνη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
γκαζμάς
μεγάλο τσαπί για εκχέρωση χωραφιών ή δέντρων
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη