Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λαλόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαλόπον Προφορά: λαλόπον
  1. φωνούλα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    υποκοριστικό

  2. υποκοριστικό του λαλία =ομιλία, φωνή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. μικρή λαλιά, αδύναμη φωνούλα, γλυκόηχη φωνή Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Απόσπασμα από ποντιακό τραγούδι:
    «...φίλ με κι' ἂς φιλῶ σε, λάλ' με κι' ἂς λαλῶ σε...»

Παρατηρήσεις - Σχόλια