λαλόπον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λαλόπον
Προφορά: λαλόπον
-
φωνούλα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
υποκοριστικό του λαλία =ομιλία, φωνή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μικρή λαλιά, αδύναμη φωνούλα, γλυκόηχη φωνή
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου