Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Εδήβε ο γέρο σό βουνό γριβωμένος. (χαμογελώ, Ιδίωμα Οινόης)
2) Το παιδίν εγρίβωσεν απάν’ ση μάναν εθε. (προσκολλούμαι στερεά).
Προέλευση:
από το ρήμα αγριφώνω
Ερμηνείες:
1) πιάνομαι με τα χέρια από κάπου ή από κάτι γερά
2) κολλάω δυνατά
Επιπλέον Ερμηνεία:
προσκολλιέμαι σταθερά (αγρίφη)