Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γριβώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γριβώνω Προφορά: γριβώνω
  1. χαμογελώ, προσκολλούμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εδήβε ο γέρο σό βουνό γριβωμένος. (χαμογελώ, Ιδίωμα Οινόης)
    2) Το παιδίν εγρίβωσεν απάν’ ση μάναν εθε. (προσκολλούμαι στερεά).

    Προέλευση:
    από το ρήμα αγριφώνω

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνείες:
    1) πιάνομαι με τα χέρια από κάπου ή από κάτι γερά
    2) κολλάω δυνατά

  3. πιάνομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    προσκολλιέμαι σταθερά (αγρίφη)

  4. κολλάω είμαι προσκολλημένος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια