Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στύψα πελιτί (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στύψα πελιτί' Προφορά: στύψα πελιτί
  1. οι κικίδες της βελανιδιάς που έχουν στυπτικές ιδιότητες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια