στρωματικόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στρωματικόν
Προφορά: στρωματικόν
-
κρεβατικό
είδη στρωσίματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μάλλινο στρώμα κρεββατιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης