Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στρωματικόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στρωματικόν Προφορά: στρωματικόν
  1. κρεβατικό είδη στρωσίματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ αδέλφα̤ μ’ στρων’ στρωματικά κ’ εγώ στρώνω κουντζόπα.

  2. μάλλινο στρώμα κρεββατιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια