Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στρούλιγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στρούλιγμαν Προφορά: στρούλιγμαν
  1. το λούσιμο και το ξύρισμα του γαμπρού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

Παρατηρήσεις - Σχόλια