Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στρογγυλός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: στρογγυλός Προφορά: στρογγυλός
  1. στρογγυλός λόγια ανόητα, στρογγυλά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    θηλυκό στρογγυλέσσα και ποιητικό στρογγύλα

  2. κυκλικός αυτός που έχει σχήμα σφαίρας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια